ΡΟΗ

ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΕΝΟΥ - ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΟΝΕΩΝ 53ου ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

| ΣΧΟΛΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 53ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ - ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΟΝΕΩΝ

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ... ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

25 Δεκεμβρίου ο άνθρωπος παύει να προορίζεται για τη χωματερή, αλλά συναντιέται με το Θεό, γίνεται σάκα Θεού. Γίνεται κοινωνός ενός τρόπου ύπαρξης, τον οποίο τον προσφέρει ένας Θεός μεθυσμένος από αγάπη για τον άνθρωπο, σε τέτοιο σημείο που αφήνει τα μεγαλεία για να σαρκωθεί μέσα σε μια φάτνη!


« Να τα πούμε;»
Τα κάλαντα είναι η αποζήτηση μιας επικοινωνίας με τον άλλο. Έχουμε να του πούμε κάτι, αλλά δεν παραβιάζουμε τ’ αυτιά του και την ελευθερία του. Είναι σαν να του λέμε: « αδελφέ, εμείς πιστεύουμε σε κάτι, που το θεωρούμε σπουδαίο και που νοιώθουμε πως δίνει σε μας νόημα σε κάθε στιγμή μας. Σκεφτόμαστε να σου το πούμε, κι’ εσύ διαλέγεις και παίρνεις.
«Να τα πούμε λοιπόν;»
« Καλήν ημέραν άρχοντες».



Το έχετε προσέξει; Δεν υπάρχουν ξεχωριστά κάλαντα για άρχοντες και χωριστά για το λαό. Όλοι αποκαλούνται άρχοντες και το σπίτι τους αποκαλείται  «αρχοντικό». Τα κάλαντα κομίζουν ένα όραμα, μια κοινωνία αρχοντάδων δίχως υποτελείς, δούλους και εξαθλιωμένους. Είναι ένα όραμα με εμπνευσμένο από το μεδούλι της Εκκλησίας, από ένα Θεό που προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό Του σε όλους χωρίς να μονιμοποιεί την ταξική αδικία. Αυτή την προσφορά Του εμείς τη λέμε Θ. Ευχαριστία. Και όταν τραγουδάμε:
«Χριστός γεννάται σήμερον» κυριολεκτούμε. Τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς η αναπόληση ενός μακρινού παρελθόντος. Είναι η δυνατότητα του σημερινού ανθρώπου να γίνει μέτοχος της Βηθλεέμ σήμερα, να μεταμορφωθούν οι πρώτες ύλες της ζωής μας, το ψωμί και το κρασί, σε Σώμα και Αίμα Αυτού που γεννήθηκε « εν Βηθλεέμ τη πόλει».
« Χαίρει η κτίσις όλη».
Τα κάλαντα αποτυπώνοντας την πίστη της Εκκλησίας, ότι η σάρκωση του Χριστού μπολιάζει με ζωή το σύμπαν. Κοιτάξτε τη Βυζαντινή εικόνα της Γέννησης: Τα βράχια είναι ζωγραφισμένα που να στρέφονται προς τον Χριστό, τα δένδρα χαμηλώνουν κ.λ.π. Τα πάντα συμμετέχουν. Τα κάλαντα μαρτυρούν ότι το περιβάλλον είναι αφάνταστα περισσότερο από αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης.
Όταν θα κτυπήσουν την πόρτα μας τα παιδιά των καλάντων, ας μην τα αποπάρουμε. Είναι θελητά ή αθέλητα τους, αληθινοί αντάρτες των πόλεων σήμερα. Μπορεί κίνητρο τους να είναι η παραξενιά κι η χαρά του εθίμου, μπορεί και το χαρτζιλίκι που αποκομίζουν. Το θέμα είναι ότι στα χέρια τους κρατιέται μια υπόθεση που μακάρι να βιωθεί κάποτε σε όλες της τις διαστάσεις. Διότι όσο ακόμη παίρνει τους δρόμους η αλήθεια των καλάντων κι’ όσο αντηχεί το κάλεσμα τους σε ένα αλλιώτικο αγαπητικό τρόπο ζωής, οι άχαρες πόλεις μας δεν έχουν πάρει ακόμη διαζύγιο από την ελπίδα. Δεν έχουν θαφτεί ακόμα στο ανέραστο αμπαλάζ του καταναλωτισμού, των βιτρινών, των ρεβεγιόν δίχως προσδοκία του αύριο, των Χριστουγέννων χωρίς Χριστό.
Πηγή: Θανάση Παναθανασίου, Ο Θεός μου ο αλλοδαπός


Σας τα ‘παν άλλοι;

του Θεόδωρου Παντούλα
-«Nα τα πούμε»;
-«Nα τα πείτε», μας αποκρίνονταν.
Kι εμείς τα λέγαμε συνεχίζοντας, εν αγνοία μας, μια παλιά, προχριστιανική παράδοση. «Xριστός γεννάται». Nέο κρασί σε παλιούς ασκούς.
Mπορεί τα κάλαντα να πήραν την ονομασία τους από τις ρωμαϊκές καλένδες αλλά την καταγωγή τους την έλκουν από την ομηρική εποχή κι άσε τους όψιμους θιασώτες της ασυνέχειας να σκανδαλίζονται με την μορφολογική συνέχεια και το ήθος της ημετέρας εμπειρίας.«Nα τα πούμε»; …
Tα λέγαμε ακέρια. Oλόκληρα. Aπό την αρχή ίσα με το τέλος. Iστορούσαμε το γεγονός και λέγαμε και παινέματα στους νοικοκυραίους. «Σ’ αυτό το σπίτι πού ’ρθαμε πέτρα να μην ραγίσει». Ξυπνάγαμε αξημέρωτα. Nτυμένοι βαριά με σκούφους και κασκόλ, που θα μας φύλαγαν από το πρωινό κρύο. Παιδιά της Aθήνας εμείς γυρνάγαμε στα χωριά των γονιών μας κι ανακαλύπταμε συγγενείς και φίλους. Άλλα κάλαντα στην Ήπειρο, άλλα στην Πελοπόννησο. Mαθαίναμε γρήγορα κι όταν μπερδευόμαστε είχαμε την συμπάθεια των ακροατών μας. Eκ γενετής εσωτερικοί πρόσφυγες. «Tίνος είστε εσείς;», μας ρώταγαν όσοι δεν μας ήξεραν. Mας έβαζαν σπίτι τους -όχι στην εξώθυρα.
«Πώς μεγαλώσατε έτσι;». Kαι μας μπούκωναν γλυκά κι ευχές. Mας χαρτζιλίκωναν κι από το υστέρημά τους. Δεν είχαν έρθει ακόμη οι επιδοτήσεις κι ο κόσμος τότε στα χωριά ζούσε από την δουλειά του κι όχι από την επιδότηση της αεργίας του. Δεν μας ένοιαζαν όμως τα λεφτά. Mας έφταναν τα χάδια στις κουρεμένες κεφαλές μας. Γυρνάγαμε όλο το χωριό κι όταν τελειώναμε κάναμε ταμείο για ν’ αγοράσουμε δώρα για τους δικούς μας -όχι δικά μας. Στο σχολείο και στο σπίτι μας μάς μάθαιναν ότι υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν τις γιορτές όσα εμείς, κι έπρεπε να τα νοιαστούμε. Kαι τα νοιαζόμαστε. Kαι δίναμε και σε παιδιά λιγότερο τυχερά από εμάς. Στα φτωχά χωριά μας πάντως δεν υπήρχαν επαίτες -ίσως να μην υπήρχαν και άνθρωποι μόνοι τους. Για όσους θα μας έδιωχναν ξέραμε δίστιχα που ποτέ όμως δεν χρειάστηκε να πούμε.
Tις χρονιές που δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε στους γενέθλιους τόπους των γονιών μας τα λέγαμε στην Aθήνα. «Nα τα πούμε»; Mας κοιτάζαν από το «ματάκι» της πόρτας. «Nα τα πείτε». Tα λέγαμε κολοβά. Mας έβαζαν και κάποια κέρματα στο χέρι κι όξω από την πόρτα. Oύτε χάδια, ούτε γλυκά, ούτε κουβέντες, ούτε ευχές. Δεν κακοκαρδιζόμαστε όμως. Ήταν Xριστούγεννα. «Aυτές οι μέρες το ’χουνε κι αυτές οι εβδομάδες/ να τραγουδάνε τα παιδιά, να χαίροντ’ οι μανάδες».
Kάθε χρόνο λιγοστεύουν τα κάλαντα, λιγοστεύουν και οι καλαντιστές. Kι αυτοί που τα λένε, τα λένε δίχως μετοχή. Tα λένε μόνο για τους φιλοδωρήσεις. Mε κοιτούν απορημένοι που δεν τους διακόπτω. Σταματούν. Δεν ξέρουν παρακάτω. «Yπάρχει κι άλλο», με ρωτούν.
Παλιά υπήρχε. Tώρα δεν υπάρχει.
Παλιά υπήρχαν ενορίες, δηλαδή κοινότητες. Tώρα δεν υπάρχουν. Παλιά υπήρχαν γιορτές. Tώρα δεν υπάρχουν. Tώρα υπάρχουν happenig. Kαι σε αυτά τα happening δεν χρειάζονται παιδιά που να τα λένε, γιατί τα παίζουν τα cd.
Σταμάτησα να τα λέω στα δεκατρία μου. Eίχα μεγαλώσει. Zήλευα όμως τους μικρούς που συνέχιζαν. Tώρα γίναν τα δικά μου παιδιά καλαντιστές. Tα λένε στην πολυκατοικία και συνοδεία ενηλίκου στην γειτονιά και στους συγγενείς. Aλλάξαν οι εποχές και πού να τα αφήσεις να γυρνούν μέσα στην πόλη μόνα τους.
«Nα τα πούμε», ρωτάνε.
«Mας τα παν άλλοι», τους αποκρίνονται. Στεναχωριούνται για λίγο αλλά συνεχίζουν. Nα πάμε και λίγο πιο κάτω, παρακαλούν.

Πιο κάτω είναι τα στολισμένα καταστήματα, η αγοραία χαρά, η υποχρεωτική κατανάλωση μιας παράδοσης που εκφυλίζεται σε καταναλωτική υστερία. Πιο κάτω είναι τα πάμφωτα, δίχως Xριστό, Xριστούγεννα.

ΚΑΛΑΝΤΑ ΚΡΗΤΗΣ

Ανοίξετε τη πόρτα σαςτα κάλαντα να πούμεκαι βάλτε και μιά ρακή,
για να σας ευχηθούμε Ταχιά ταχιά'ναι αρχιχρονιάΠρώτη γιορτή του χρόνου,αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περιπατήσει.

Και εβγήκε και χαιρέτησεόλους τους ζευγολάτες.Και ο πρώτος που χαιρέτησε ήταν Άγιος Βασίλης Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,καλόν ζευγάριν έχεις.Καλό το λες αφέντη μου καλό και ευλογημένο,
η χάρη σου το βλόγησεμε το εξιό σου χέρι,με το δεξιό με το ζερβό

με το μαλαματένιο.


Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;Σπέρνω σταράκι δώδεκα,κριθάρι δέκα πέντεταγή και ρόβι δεκαοχτώ
 
κι από νωρίς στο στάβλο. 
Φέρε καρύδια, κάστανα,πανιέρια λεπτοκάρυακαι φέρε και γλυκό κρασί
 
να πιουν τα παλικάρια
 


Και από την μαύρη όρνιθακανένα αβγουλάκικαι αν είναι από τη γαλανή 

 
ας είν’ και ζευγαράκι
 


Και από το λαδοπίθαροσκια μια οκά λαδάκικαι ας είναι και περσότερο 

κρατούμε 'μείς ασκάκι 
 
Τέσσερα πέντε πράγματαπου τάχει η περιστέραανοίξετε την πόρτα σας 
 
να πούμε καλησπέρα.
 




ΠΗΓΗ - LOGIA.GR

ΚΑΛΑΝΤΑ

Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια που ψάλλονται εθιμικά κατ΄ έτος κυρίως την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών όπως των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (ή Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνων της Μεγάλης Παρασκευής που είναι κατανυκτικά. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.
  • Οι τραγουδιστές - οργανοπαίκτες των καλάντων ονομάζονται "καλαντιστές".



Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά μέχρι ορισμένου ορίου ηλικίας (14-15 ετών) αλλά και από ώριμους άνδρες, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες που περιέρχονται οικίες, καταστήματα, δημόσιους χώρους κλπ με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου κλπ).
Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα "Χρόνια Πολλά" το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). Σχετική με αυτό είναι και η παρασκευή "κουλούρας" ονομαζόμενη "κολλίκι" (Βέροια) ή "κουλιαντίνα" (Σιάτιστα) και εξ αυτών οι φέροντες αυτά ονομάζονται "Κουλουράδες" ή "Φωτάδες".
Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η γλώσσα στην οποία αυτά ψάλλονται, στη καθαρεύουσα, καταδηλούντα την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά των οποίων έχουν και μεταγλωττιστεί στην ελληνική που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά.
Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται "Κάλαντα" (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (πχ ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές "μαντινάδες" της Κρήτης ή "κοτσάκια" της Νάξου με σκωπτικό επίσης χαρακτήρα που ψάλλονται ως "κάλαντα".
Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν με πολύ δυνατή φωνή έξω από την οικία δίστιχα σκωπτικά, επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»



Ανοίξετε τη πόρτα σας
τα κάλαντα να πούμε
και βάλτε και μιά ρακή,
για να σας ευχηθούμε
Ταχιά ταχιά'ναι αρχιχρονιά
Πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περιπατήσει.
Και εβγήκε και χαιρέτησε
όλους τους ζευγολάτες.
Και ο πρώτος που χαιρέτησε
ήταν Άγιος Βασίλης
Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,
καλόν ζευγάριν έχεις.
Καλό το λες αφέντη μου καλό
και ευλογημένο,
η χάρη σου το βλόγησε
με το δεξιό σου χέρι,
με το δεξιό με το ζερβό
με το μαλαματένιο.
Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα,
κριθάρι δέκα πέντε
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ
κι από νωρίς στο στάβλο.
Φέρε καρύδια, κάστανα,
πανιέρια λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί
να πιουν τα παλικάρια
Και από την μαύρη όρνιθα
κανένα αβγουλάκι
και αν είναι από τη γαλανή
ας είν’ και ζευγαράκι
Και από το λαδοπίθαρο
σκια μια οκά λαδάκι
και ας είναι και περσότερο
κρατούμε 'μείς ασκάκι
Τέσσερα πέντε πράγματα
που τάχει η περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας
να πούμε καλησπέρα.

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ